Μαγέρικο (το): λαϊκό εστιατόριο· μαγειρείο.
Ναύλα
Ναύλα (τα): το αντίτιμο του εισιτηρίου που πληρώνει ο επιβάτης οποιουδήποτε συγκοινωνιακού μέσου.
Νεροκουβαλητής
Νεροκουβαλητής (ο): αυτός που προσφέρει τις υπηρεσίες του για να πετύχει κάποιος άλλος στην πολιτική ή άλλη σταδιοδρομία του χωρίς ο ίδιος, φαινομενικά τουλάχιστο, να αποκομίζει κάποιο κέρδος.
Ξεμανταλώνω
Ξεμανταλώνω -ομαι: για πόρτα ή για παράθυρο, βγάζω, σύρω το μάνταλο και με επέκταση ξεκλειδώνω.
Ξέπλεκος
Ξέπλεκος -η -ο: κυρίως για τα μαλλιά του κεφαλιού που δεν είναι πλεγμένα ή δεμένα, που είναι λυτά.
Οιηματίας
Οιηματίας (ο): αυτός που έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, που νομίζει ότι είναι σπουδαίος· αλαζόνας.
Οικουρώ
Οικουρώ: παραμένω στο σπίτι λόγω ασθένειας ή αδιαθεσίας.