Βεργολυγερή (η): χαρακτηρισμός ψηλής, λεπτής και λυγερής γυναίκας.
Γαϊδουροκαλόκαιρο
Γαϊδουροκαλόκαιρο (το): 1. υπερβολικά ζεστό καλοκαίρι 2. οι ζεστές μέρες στα τέλη του Οκτώβρη· το μικρό καλοκαιράκι.
Γαλιάντρα
Γαλιάντρα (η): [1] ωδικό πουλί με επίμονο και συνεχές κελάηδημα [2] ως χαρακτηρισμός γυναίκας εξαιρετικά φλύαρης.
Γαλιφιά
Γαλιφιά (η): γλυκόλογα και καλοπιάσματα.
Δέλεαρ
Δέλεαρ (το): απατηλό μέσο που διαθέτει ελκτική δύναμη, και με το οποίο γίνεται προσπάθεια προσέλκυσης κάποιου.
Δεμάτι
Δεμάτι (το): μεγάλη δέσμη από κλαδιά, άχυρα κτλ.
Δενδρόφυτος
Δενδρόφυτος -η -ο: που είναι γεμάτος δέντρα.