Ηλιοτροπισμός (ο): η ιδιότητα που έχουν τα φυτά να στρέφονται προς το ηλιακό φως.
Ημίονος
Ημίονος (ο): Μουλάρι.
Θαλασσόλυκος
Θαλασσόλυκος (ο): παλιός και έμπειρος ναυτικός.
Θαλερός
Θαλερός -ή -ό: [1] (για φυτό) που βρίσκεται σε άνθηση· πράσινος, φρέσκος. [2] (μτφ. για άνθρ.) που διατηρεί την ακμαιότητά του, σφριγηλός, ζωηρός, νεανικός.
Θαρρώ
Θαρρώ: έχω τη γνώμη, την πεποίθηση· νομίζω, πιστεύω.
Ιδεόγραμμα
Ιδεόγραμμα (το): γραφικό σημείο, παράσταση, που, μέσα σε ένα σύστημα γραφής, εκφράζει μια ιδέα, έννοια και όχι τους φθόγγους της αντίστοιχης λέξης.
Ιδιάζων
Ιδιάζων -ουσα -ον: που έχει εντελώς ιδιαίτερο και μοναδικό χαρακτήρα.