Παιδολόι (το): πλήθος παιδιών· παιδομάνι.
Παλιμπαιδισμός
Παλιμπαιδισμός (ο): η τάση ενός ηλικιωμένου ατόμου να συμπεριφέρεται σαν παιδί, καθώς και η ίδια η συμπεριφορά.
Παρασάγγας
Απέχει παρασάγγες/παρασάγγας: για κάτι που βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση, που έχει μεγάλη διαφορά.
Ραγάνι
Ραγάνι (το): καταιγίδα με ανεμοστρόβιλο.
Ρεγάλο
Ρεγάλο (το): χρηματικό ποσό που δίνει κάποιος σε άλλον από ευχαρίστηση για εξυπηρέτηση που του πρόσφερε· φιλοδώρημα.
Σαγηνεύω
Σαγηνεύω -ομαι: ασκώ επάνω στους άλλους μια ακατανίκητη έλξη, τους παρασύρω με τη γοητεία μου· γοητεύω.
Σαλαγάω
Σαλαγάω: για το βοσκό που με κραυγές, σφυρίγματα κτλ. παρακινεί το κοπάδι να προχωρήσει ή να σταματήσει.