Ιερεμιάδα (η): λόγος που παρουσιάζει, περιγράφει ή εκτιμά, μια κατάσταση με τρόπο ιδιαίτερα απαισιόδοξο ή μεμψίμοιρο· θρηνολογία, μεμψιμοιρία.
Καθέλκυση
Καθέλκυση (η) η ενέργεια του καθελκύω, η διαδικασία με την οποία ένα πλοίο, του οποίου η κατασκευή ή η επισκευή έχει τελειώσει, μεταφέρεται από τη ναυπηγική κλίνη στο νερό.
Κάθιδρος
Κάθιδρος -η -ο: καταϊδρωμένος.
Καθότι
Καθότι: επειδή, διότι.
Λάντζα
Λάντζα (η): 1. το πλύσιμο των μαγειρικών σκευών 2. κάθε βαριά, άχαρη δουλειά, χωρίς ενδιαφέρον και δημιουργικότητα.
Λεβάντες
Λεβάντες (ο): ανατολικός άνεμος· απηλιώτης.
Μαβής
Μαβής -ιά -ί: που έχει μοβ χρώμα.