Λάντζα

Λάντζα (η): 1. το πλύσιμο των μαγειρικών σκευών 2. κάθε βαριά, άχαρη δουλειά, χωρίς ενδιαφέρον και δημιουργικότητα. (*)


Μόλις πήρα το πτυχίο και πέρασαν οι πανηγυρισμοί που η οικογένεια έχει πλέον στις τάξεις της και ένα νομικό, άρχισαν οι προετοιμασίες για το στρατιωτικό. Δύο ημέρες πριν παρουσιαστώ πέρασα από τον κύριο Καραγιάννη. Εκεί δούλευα εδώ και δύο χρόνια (λίγες ώρες κάθε μέρα) κάνοντας πρακτική εξάσκηση και βγάζοντας και ένα μικρό χαρτζιλίκι. Την λάντζα του δικηγορικού γραφείου έκανα αλλά δεν με πείραξε καθόλου. Εξοικειώθηκα με τα δικαστήρια και τις συναφείς υπηρεσίες… όλοι από χαμηλά ξεκινάνε! Η υπόσχεση, δε, ότι μόλις ξαναγίνω πολίτης με περιμένει μια θέση εκεί, ήταν το καλύτερο νέο που άκουσα εδώ και καιρό! Άντε, βαθιά βουτιά στο χακί και έχει ο Θεός…

(*) Ο ορισμός της λέξης περιλαμβάνεται στο λεξικό του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

image_pdfSave as PDF