Γαλιάντρα

Γαλιάντρα (η): [1] ωδικό πουλί με επίμονο και συνεχές κελάηδημα [2] ως χαρακτηρισμός γυναίκας εξαιρετικά φλύαρης. (*)


Θυμάμαι όταν ερχόταν η θεία Ελπινίκη στο σπίτι μας επίσκεψη, κοιτάγαμε όλοι να εξαφανιστούμε· εκτός από τους γονείς μας βέβαια, όχι γιατί δεν το ήθελαν, αλλά γιατί δεν μπορούσαν! Όποιος την γνώριζε, ο Θεός να την συγχωρέσει, θα έπαιρνε όρκο ότι η θεία είχε στο στόμα ένα μοτεράκι. Ναι, ναι μην γελάτε. Το έβαζε μπρος με το καλησπέρα και το σταμάταγε με το καληνύχτα. Σκέτη γαλιάντρα! Δεν μπορούσες να σταυρώσεις λέξη παρουσία της. Και να είχε κάποιο ειρμό η κουβέντα… όχι! Από το ένα θέμα πεταγόταν στο άλλο, όπως κάνουν αυτοί οι ιπτάμενοι σκίουροι που έχω δει σε ένα ντοκιμαντέρ. Μοτεράκι σου λέω, μοτεράκι!

(*) Ο ορισμός της λέξης περιλαμβάνεται στο λεξικό του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

image_pdfSave as PDF