Author: admin

  • Ψαροκάλαθο

    Ψαροκάλαθο (το): πλατύ και ρηχό καλάθι για ψάρια. (*)


    Κάθε πρωί το Κατερινάκι στηνόταν στο παράθυρο της σάλας μας που έβλεπε στο δρόμο. Περίμενε καρτερικά να περάσει ο Κωσταντής. Ο Κώστας, γιος του καπετάν Αντρέα, λεβέντης, με καστανά σγουρά μαλλιά και δυο μάτια που έφερναν στην Κατερίνα ταχυκαρδία. Περνούσε έξω από το σπίτι μας, φορτωμένος με το ψαροκάλαθο, πηγαίνοντας τις παραγγελίες στον πάνω μαχαλά. Μεροδούλι μεροφάι πατέρας και γιος, αλλά πάντα με το χαμόγελο στα χείλη. Ευγενικοί άνθρωποι και τίμιοι! Τον έρωτα της αδερφής μου τον είχε πάρει χαμπάρι όλο το χωριό. Ο Κωσταντής όμως αγρόν ηγόραζε!
    Τα σκέφτηκα έτσι, τα σκέφτηκα αλλιώς και πήρα την απόφαση να δράσω. Τι ακριβώς θα κάνω δεν το έχω βρει ακόμα, αλλά κάτι θα κατεβάσει η γκλάβα μου. Αλλιώς η μεν θα λιώσει από το καρτέρι και τον έρωτα και ο δε θα συνεχίσει να περνά από τα μέρη μας αγνοώντας τι φωτιές ανάβει. Που να τρέχουμε τώρα για πυροσβεστήρες… θέλει καλαφάτισμα η δουλειά! Κατερινιώ, βγαίνω… πάω να πάρω κάνα ψάρι για σήμερα το μεσημέρι (και κάνα γαμπρό για όλα τα επόμενα)!

    (*) Ο ορισμός της λέξης περιλαμβάνεται στο λεξικό του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

  • Χαζοκούτι

    Χαζοκούτι (το): η συσκευή της τηλεόρασης, για να δηλώσουμε ότι τα προγράμματά της αποβλακώνουν τους θεατές. (*)


    Στην αρχή ήταν η φωτιά. Γύρω της μαζεύονταν οι πρωτόγονοι άνθρωποι και αντάλλασσαν πληροφορίες και συναισθήματα. Μετά ήρθε το τζάκι -τα καλοκαίρια το πεζούλι και το σκαμπό- με την ίδια ακριβώς χρησιμότητα. Στη συνέχεια εμφανίστηκε το χαζοκούτι. Οι άνθρωποι κλείστηκαν στα σπίτια, στους εαυτούς τους και έκαναν φίλη τους μια οθόνη. Μπροστά της έτρωγαν, μπροστά της ξεκουράζονταν, μπροστά της -και με την βοήθεια της μερικοί- έκαναν έρωτα! Κατόπιν η οθόνη έγινε pc, το pc έγινε smartphone και προσφάτως tablet. Εδώ να δείτε αποξένωση, απομόνωση και απομαλάκυνση! O tempora o mores! Πως μπορούν ρε παιδί μου να περνούν τον χρόνο τους με μηχανήματα και όχι με ανθρώπους; Πως μπορεί μια ηλεκτρονική συσκευή να αντικαταστήσει την επαφή με άλλα έμβια όντα;
    Α, εγώ είμαι παραδοσιακός… ωππππ μισό… γαμώτο πάλι κόλλησε! Προσπαθώ εδώ και μισή ώρα να μεταφέρω κάποια files (που είχα κάνει download από το internet στο pc), μέσω wireless, από το android tablet στο iphone… πάλι τζίφος… δεν θα πάω τελικά στα γενέθλια του Γιώργου. Θα του στείλω sms και θα postάρω και ένα ανάλογο video στο profile του στο facebook. Δεν μπορώ… τα χρειάζομαι αυτά τα αρχεία! Τι λέγαμε; Α, ναι! Η ανθρώπινη επαφή, πάνω απ’ όλα η ανθρώπινη επαφή!

    (*) Ο ορισμός της λέξης περιλαμβάνεται στο λεξικό του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

  • Φαρφάρας

    Φαρφάρας (ο): άνθρωπος φλύαρος, που λέει πολλά και χωρίς ουσία λόγια. (*)


    Δόξα τω Θεώ, ξεκουμπίστηκε. Αρμένικη την έκανε την επίσκεψη ο Παντελής! Μεσημεράκι ήρθε, μαύρα μεσάνυχτα έφυγε (πάλι καλά που έφυγε να λέω). Κάποια στιγμή νόμισα ότι θα μετακομίσει εδώ… απελπίστηκα! Φάγαμε, ήπιαμε καφέ, ήπιαμε ποτό, είδαμε ταινία, ακούσαμε ειδήσεις, ακούσαμε μουσική, παίξαμε τάβλι… ό,τι μπορούσαμε να κάνουμε το κάναμε! Και το χειρότερο; Όλες αυτές τις ατελείωτες ώρες να μιλάει ασταμάτητα! Να περνούν τα θέματα, σαν παρέλαση αρμάτων τις απόκριες και ο φαρφάρας, ο γείτονας μου, να μην τραβά χειρόφρενο πουθενά! Αυτός να πελαγοδρομεί σε ανούσιες κουβέντες και εγώ να πετώ σπόντες για το ότι εργάζομαι και θέλω να ξεκουραστώ· σαν φοβισμένο παιδάκι πίσω από κάγκελα που πετά πετραδάκια σε αγριεμένο σκύλο που γαβγίζει. Α, πρέπει να το πάρω απόφαση και να του τα ψάλλω μια μέρα… έλεος ρε πούστη μου! Πούστη μου είπα; Έχει γούστο να είναι και… βρε… πολύ κοντά μου καθόταν… ασταδιάλα Παντελάκη… άσταδιαλα!

    (*) Ο ορισμός της λέξης περιλαμβάνεται στο λεξικό του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

  • Υπέργειος

    Υπέργειος -α -ο: που βρίσκεται επάνω από την επιφάνεια της γης. (*)


    Οι καρποί μου με καίνε. Τους έχουν ακινητοποιήσει πίσω από την πλάτη μου με αυτά τα πλαστικά που δένουν τα καλώδια. Η κουκούλα που έχω στο κεφάλι είχε εξαφανίσει εντελώς το οπτικό μου πεδίο, αντικαθιστώντας το με μια μαυρίλα που μου κόβει τα ύπατα. Κάποια στιγμή το αυτοκίνητο σταματά. Η κουκούλα εξαφανίζεται… βλέπω ξανά… μια ξύλινη ετοιμόρροπη παράγκα είναι δίπλα… γύρω γύρω χωράφια… που με πάνε; Η πόρτα του παραπήγματος ξεκλειδώνει όταν κάποιος πατά τον κωδικό σε ένα κρυφό πληκτρολόγιο… δεν είμαστε καλά! Με σέρνουν μέσα! Απόλυτη ησυχία! Νιώθω μια δόνηση… το πάτωμα κατεβαίνει… η παράγκα είναι το υπέργειο τμήμα ενός ασανσέρ! Μια υπόγεια βάση; Τι δουλειά έχω εγώ με αυτά; Ένας απλός και βαρετός υπάλληλος γραφείου είμαι! Ένας οξύς μεταλλικός ήχος σχίζει την ατμόσφαιρα… ο θάλαμος αρχίζει να επιταχύνει… μέταλλα που τσακίζονται ακούγονται από όλες τις πλευρές… πέφτουμε… κάποιος αρχίζει να προσεύχεται φωναχτά… κάποιος άλλος αρχίζει να βρίζει… εγώ θυμάμαι ότι δεν έβαλα στον φορτιστή το κινητό… Θεέ μου θα πεθάνω… αναπνέω με δυσκολία!
    Και τότε…
    ένας βόμβος…
    ανοίγω τα μάτια…
    είμαι ξαπλωμένος…
    χτυπάει ο συναγερμός ενός αυτοκινήτου…
    το ρολόι δείχνει μία μετά τα μεσάνυχτα…
    δεν ξανατρώω καρυδόπιτα για βράδυ!
    Δεύτερη φορά που την παθαίνω!

    (*) Ο ορισμός της λέξης περιλαμβάνεται στο λεξικό του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

  • Τάλε κουάλε

    Τάλε κουάλε: ολόιδιος, φτυστός. (*)


    Άσε, που να σου λέω τι πάθαμε εχθές το βράδυ. Ήταν να βγω ραντεβού με τον Διονύση και είπαμε να φέρει μαζί ένα ξάδερφο του, που τον φιλοξενούν για λίγες μέρες στο σπίτι τους. Για να μην νιώθει μπακούρι ο Σταμάτης, ο ξάδερφος, σκέφτηκα να πω της Ελπίδας να έρθει κι εκείνη -χωρισμένη πρόσφατα γαρ- για να βγούμε ζευγάρια. Ο δικός μου, μου είχε πει ότι μοιάζουν με το ξάδερφο σαν δύο σταγόνες νερό και στην εμφάνιση και στον χαρακτήρα. Τάλε κουάλε είμαστε, μου είπε ο καλός μου! Αυτό ήταν και το επιχείρημα που έπεισε τελικά την κολλητή μου να μας ακολουθήσει.
    Τι λες έμοιαζαν; Αμ, δε! Στην φάτσα κάπως του έφερνε του Διονύση μου, αλλά στα υπόλοιπα… πέρασε και δεν ακούμπησε! Φοράει ο Διονύσης καλογυαλισμένα σκαρπίνια με άσπρη κάλτσα; Μαζί με τζιν παντελόνι σκισμένο και μάλλινο γκρι σακάκι; Με καρό πουκάμισο και καουμπόικη γραβάτα (αυτό το μεταλλικό αστεράκι με το κορδόνι); Καθαρίζει το καμάρι μου τα αυτιά του με τα κλειδιά του αυτοκινήτου; Κάνει συχνά πυκνά εκσκαφές στα ρουθούνια του λες και θα βρει εκεί καμιά φλέβα χρυσού; Παραγγέλνει ποτό λέγοντας «ρε μάστορα πιάσε μου ένα Γιάννη που περπατάει με ροκς»; Ή μήπως τρώει τα φιστίκια που συνοδεύουν τα ποτά, σαν να έχει να φάει δέκα μέρες;
    Εφιάλτης, σκέτος εφιάλτης! Όσο για την Ελπίδα; δεν νομίζω να ξαναβγεί μαζί μου ακόμα και αν της πω ότι θα είναι και ο Brad Pitt στη συντροφιά μας!

    (*) Ο ορισμός της λέξης περιλαμβάνεται στο λεξικό του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

  • Σαλαγάω

    Σαλαγάω: για το βοσκό που με κραυγές, σφυρίγματα κτλ. παρακινεί το κοπάδι να προχωρήσει ή να σταματήσει. (*)


    Τρεις ολόκληρες ώρες έψαχνα τον Μήτσο μου στα πέριξ του χωριού μας. Έπρεπε να τον βρω οπωσδήποτε! Είχε φτάσει μήνυμα από το σταθμό χωροφυλακής να παρουσιαστεί άμεσα. Το ήξερα ότι αυτά τα σούρτα φέρτα με τον Μανώλη του κυρ-Παντελή δεν θα έβγαιναν σε καλό. Μούτρο μεγάλο ο Μανωλάκης και βουτηγμένος στην παρανομία από τα μικράτα του. Ο Μήτσος είμαι σίγουρη πως δεν είχε κάνει καμιά χαζομάρα αλλά να, αυτό που λένε μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά, φοβάμαι! Τον βρήκα τελικά να σαλαγάει τα πρόβατα μαζί με τον Αράπη, το τσοπανόσκυλό μας, στο λοφάκι του Άη-Λια. Μόλις του είπα τα νέα σκοτείνιασε το πρόσωπο του, ξεροκατάπιε και αρχίσαμε να ροβολάμε μαζί με τα ζώα προς το μαντρί. Κάτι είχε γίνει, κάτι ήξερε, αλλά μου ορκίστηκε ότι εκείνος ήταν καθαρός! Κάνε Θεέ μου να ξεμπλέξει γρήγορα το παλικάρι μου από τους χωροφυλάκους, να έρθει και μένα η ψυχή μου στην θέση της. Βοήθα Παναγιά μου να μην τον τυλίξουν σε καμιά κόλλα χαρτί… μάνα είσαι κι εσύ και με καταλαβαίνεις!

    (*) Ο ορισμός της λέξης περιλαμβάνεται στο λεξικό του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

  • Ρεγάλο

    Ρεγάλο (το): χρηματικό ποσό που δίνει κάποιος σε άλλον από ευχαρίστηση για εξυπηρέτηση που του πρόσφερε· φιλοδώρημα. (*)


    Πρωί πρωί μου αρίβαρε ο μπάρμπα-Θόδωρος. Ακόμα δεν είχα καλοανοίξει τα μάτια μου, μέσα από τα τσίνορα τον έβλεπα. Για καφέ, ούτε λόγος… μόλις είχα ανοίξει να αερίσω το σπίτι σου λέω. Ήρθε που λες κρατώντας με ευλάβεια στα χέρια ένα φάκελο… γράμμα από την κόρη του στην Πόλη! Συνήθως τα πηγαίνει στον παπά-Λάμπρο και του τα διαβάζει, αλλά σήμερα ο παπούλης έχει κατέβει στην Μητρόπολη για δουλειά. Του το διάβασα να του φύγει η αγωνία που το κορίτσι είναι μέσα στην τουρκιά (να σου πω ότι δεν τον καταλαβαίνω, ψέματα θα πω) και μετά αρπαχτήκαμε! Γιατί; Με το ζόρι να μου δώσει ρεγάλο: «Πάρτο κορίτσι μου για τον κόπο σου», μου έλεγε και μου ξανάλεγε. Ρε αμάν, ρε ζαμάν! Χρυσό τον έκανα. Εκείνος εκεί… να μου αφήσει τα χρήματα. Σκέφτηκα όμως τι θα κάνω. Θα πάω να αγοράσω, με τα λεφτά, υλικά και θα του φτιάξω ένα μεγάλο ταψί κρεατόπιτα που του αρέσει… τι θα κάνει, θα μου την γυρίσει πίσω; Αμ, το καλό το παλικάρι ξέρει κι άλλο μονοπάτι μπάρμπα-Θόδωρε!

    (*) Ο ορισμός της λέξης περιλαμβάνεται στο λεξικό του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.