Author: admin

  • Καλπούζος Γιάννης


    Τι νομίζεις είναι η ζωή του καθενός; Μια γρατζουνιά. Βαθύτερη, ανάβαθη, λίγο διαφέρει. Κάνεις έτσι με τον σουγιά και χαράζεις στον κορμό του δέντρου τα αρχικά του ονόματός σου. Όχι στο λιθάρι. Δε βαστιέται πάνω του ζωή. Εκεί ζωή και θάνατος δεν ξεχωρίζει. Το δέντρο σιγά σιγά κλείνει με τη φλούδα του όσα χάραξες και κάποια μέρα πάει, χάνονται τελείως. Αυτή ήταν η ζωή σου. Οι ζωές ολωνών μας.

    Γιάννης Καλπούζος, Ό,τι αγαπώ είναι δικό σου, Εκδόσεις Ψυχογιός 2014



    Άμα σκαρφαλώσεις σε μια κορυφή θα αντικρίσεις άλλη ψηλότερη. Όμως ποτέ μην πεις τούτο το ύψος μου αρκεί και ποτέ ότι δε μου αρκεί. Τράβα τον δρόμο σου και μη βάνεις όρια. Μήτε πίσω, μήτε μπρος. Γιατί το απρόσμενο σε καρτερά ολούθε.


    «Μακάρι να μπορούσαν τα χρήματα να κτίσουν ευτυχισμένη ζωή.»
    «Και κτίζουν και γκρεμίζουν, μην τα υποτιμάς. Τα χρήματα είναι σαν την σόμπα. Μακριά της παγώνεις κι άμα την αγγίξεις καίγεσαι».

    Γιάννης Καλπούζος, Σέρρα – Η ψυχή του Πόντου, εκδόσεις Ψυχογιός, 2016

  • Χοροί και δανεικά

    11 Απριλίου 2014

    Θυμάμαι από μικρός μέχρι και τα σήμερα, ότι αν είχαμε οικονομικά ζόρια και βγαίναμε παγανιά προς άγραν δανεικών, δεν το είχαμε και για καμάρι. Μια στενοχώρια, μια κατήφεια, ένα άγχος το είχαμε… όχι τάχα-μου τάχα-μου (προς συγκίνηση και παραμυθία των δανειστών) αλλά επειδή η κατάσταση ήταν όντως στενόχωρη.

    Τώρα βλέπω ότι άλλαξαν τα ήθη… άμα βγεις για δανεικά πρέπει να το χαρείς, να το γιορτάσεις να ρίξεις και ένα καλαματιανό (όχι λάδι, αυτό είναι για άλλη περίπτωση), έτσι για να οπτικοποιήσεις μέσω του χορού την χαρά σου!

    Κύριοι, εσείς εκεί στο μεγάλο κτίριο, πίσω από τον Άγνωστο Στρατιώτη, στη πλατεία Συντάγματος… θα μου επιτρέψετε να μην πανηγυρίσω για τα δανεικά που πήραμε πάλι ως έθνος ε;

    Ευχαριστώ!

  • Ζοφερός

    Ζοφερός -ή -ό: [1] υπερβολικά σκοτεινός· κατασκότεινος [2] που εμπνέει φόβο, ανησυχία, βαθιά μελαγχολία, θλίψη ή απαισιοδοξία. (*)


    Η Ελπινίκη παντρεύτηκε τον μεγάλο της έρωτα, ένα κυριακάτικο απόγευμα του Αυγούστου. Και έσονται οι δύο εις σάρκα μίαν, είπε ο παπά Μανώλης, το άκουσε καθαρά! Αλλά τελικά, ους ο Θεός συνέζευξεν φτώχεια χωριζέτω! Δεν πρόλαβε να μπει ο Οκτώβρης και ο Νικόλας της, μπάρκαρε… τα μεροκάματα στο νησί λιγοστά, οι ανάγκες περίσσιες και η δουλειά στα καράβια μονόδρομος. Δόξα τω Θεώ να λένε, που βρέθηκε ο καπετάν Αντρέας και τον πήρε στο δικό του καράβι. Η δουλειά σκληρή όπως σε όλα τα βαπόρια, αλλά ο καπετάνιος την γλώσσα του την βούταγε στο μυαλό και στην καρδιά πριν μιλήσει. Θα πέρναγε καλά ο Νικολός κοντά του. Όσο για την Ελπινίκη; Άρχισαν οι ζοφερές ημέρες της αναμονής… αναμονή για ένα νέο, αναμονή για ένα γράμμα, αναμονή για τον άνθρωπό της. Κοινή η μοίρα των ναυτικών, κοινή και των ανθρώπων τους που μένουν πίσω… στην στεριά· που έχει ποτιστεί με πιότερα δάκρυα από ολάκερη την θάλασσα.

    (*) Ο ορισμός της λέξης περιλαμβάνεται στο λεξικό του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

  • Δενδρόφυτος

    Δενδρόφυτος -η -ο: που είναι γεμάτος δέντρα. (*)


    – Καρδούλα μουυυυυυυ
    – Μμμμμ
    – Κοριτσάκι μουυυυυυυ
    – Τι θέλεις;
    – Το σκέφτηκεεεεες;
    – Όχι!
    – Όχι όχι ή όχι δεν το σκέφτηκες, καρδερινούλα μου;
    – Όχι σκέτο!
    – Έλα ρε Ματίνα… αμάν πια! Γιατί έχεις μουλαρώσει έτσι; Σου λέω είναι παράδεισος! Ένα δενδρόφυτο χωριό τίγκα στα πλατάνια! Πλάτανος, όνομα και πράγμα! Πάμε εκεί να γεμίσουμε οξυγόνο!
    – Γιατί παιδί μου; ΧΑΠ έχουμε και θέλουμε οξυγόνο ή είμαστε κάμπιες για να πάμε στα πεύκα;
    – Πλατάνια!
    – Έστω πλατάνια… εγώ αν δεν βουτήξω σε θάλασσα δεν καταλαβαίνω διακοπές!
    – Μα έχει εκεί κοντά μια ωραιότατη λίμνη για να κάνεις μπάνιο. Έλα ρε Ματινάκιιιιι
    – Δεν είμαι πάπια παιδάκι μου… άνθρωπος είμαι και θέλω ήλιο, θάλασσα, κύμα…
    – Κι εγώ θέλω οξυγόνο!
    – Θα σου φέρω την φιάλη του πατέρα μου. Από τη μια το φραπεδάκι και από την άλλη η φιάλη του οξυγόνου… μια χαρούλα θα είσαι! Άσε τα βουνά για όταν γεράσουμε… τώρα μας περιμένει το Super Paradise! Το δικό σου Paradise σε μερικές δεκαετίες. Σκάσε και τρώγε τώρα γιατί πρέπει να πάμε να ψωνίσουμε μαγιό!
    – Μμμμμμ
    – Τρώμε τώρα λέμε!

    (*) Ο ορισμός της λέξης περιλαμβάνεται στο λεξικό του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

  • Γαλιφιά

    Γαλιφιά (η): γλυκόλογα και καλοπιάσματα. (*)


    Μόλις πέρασα την πόρτα του σπιτιού, το ένιωσα στην ατμόσφαιρα. Ηλεκτρισμός… ωχ Παναγιά μου! Τα πρώτα σημάδια εμφανίστηκαν λίγα δευτερόλεπτα μετά. Η μεγάλη μου κόρη, δεκαπέντε χρονών έφτασε το πουλάκι μου, εμφανίστηκε μπροστά μου με ένα χαμόγελο από το ένα αυτί μέχρι το άλλο. Μα αυτή συνήθως είναι καρφωμένη πάνω από το κινητό της… ωχ! Μου πήρε την τσάντα του laptop από τα χέρια να την πάει στο γραφείο, για να μην κουράζομαι είπε… ωχ, ωχ! Στην κουζίνα το φαγητό μου ήταν ζεσταμένο και μια μπύρα παγωμένη περίμενε δίπλα του… ωχ, ωχ, ωχ! Το μυαλό μου πήρε φωτιά… βαθμοί; όχι πριν δύο βδομάδες της τα έψαλα για τα χάλια της… ρούχα; προχθές πήγε με την μάνα της και μου τσάκισαν την κάρτα, ξέχασα να την ψάλλω… Γιατί τόσες γαλιφιές; Τι είναι Χριστέ μου; Βοήθησε με και είμαι σε ηλικία εγκεφαλικού! Κάθομαι να φάω. Η σουσουράδα από δίπλα…

    – Μπαμπάαααα, μπαμπακούλη μουυυυυυ!
    – Πόσο κάνει καμάρι μου;
    – Ποιο μπαμπάκα μου;
    – Αυτό που θέλεις. Τι είναι και πόσο κάνει;
    – Γιατί νομίζεις ότι κάτι θέλω, βρε μπαμπούλη μου;
    – μμμμ
    – Να, η Μίνα…
    – μμμμμμμμμμ
    – Να, ξέρεις, βγήκε ένα κινητό που…
    – Στοπ!
    – Μα…
    – Στοπ, στοπ, στοπ! Δεν έχει! Πέρυσι πήραμε κινητό και είναι μια χαρά! Πολύ πιο εξελιγμένο, δε, από το δικό μου! Ούτε μία στο εκατομμύριο!
    – Είσαι τσιγκούνης… δεν με καταλαβαίνεις…
    – Εγώ; Ο μπαμπακούλης; Ο μπαμπούλης; Ο μπαμπάααααααααας;
    – Ναι, εσύ ο μπαμπούλας! Μαμάααααααααα…

    (*) Ο ορισμός της λέξης περιλαμβάνεται στο λεξικό του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

  • Βεργολυγερή

    Βεργολυγερή (η): χαρακτηρισμός ψηλής, λεπτής και λυγερής γυναίκας. (*)


    Βρέθηκα στην πόλη της μαζί με το συνεργείο. Θα ετοιμάζαμε ένα ντοκιμαντέρ που αφορούσε την παρακείμενη λίμνη. Δούλευε στο καφέ που καθίσαμε για να συζητήσουμε το πρόγραμμα της ημέρας. Μας πλησίασε να πάρει παραγγελία και ο χρόνος σταμάτησε. Τελειώσαμε τα γυρίσματα σε δύο μέρες. Πήρα άδεια χωρίς να το ξέρει. Πήρε άδεια χωρίς να το ξέρω. Μία βδομάδα με την βεργολυγερή μου, σε ένα κοντινό στην πόλη της χωριό. Στο πατρικό της σπίτι, μόνοι μας. Ο κόσμος γύρω να γυρίζει και εμείς εκεί… να στέκουμε ακίνητοι, με τις ματιές να διασταυρώνονται σε ένα αρχέγονο χορό, σφραγίζοντας το σμίξιμο των σωμάτων και των ψυχών. Μια βδομάδα… μια βδομάδα μόνο… και μετά; Μετά η προσμονή, η ελπίδα για αρχή και το ξόρκισμα ενός πιθανού τέλους.

    (*) Ο ορισμός της λέξης περιλαμβάνεται στο λεξικό του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

  • Πάμε Jumbo

    23 Μαρτίου 2014

    Μόλις εχθές πληροφορήθηκα (καλά τελευταίος τα μαθαίνω δεν το συζητώ… άσε που έχω και αυτή την αρχή πορτοκαλάδας) ότι ο ιδιοκτήτης των JUMBO χρησιμοποιεί ελικόπτερο για τις μετακινήσεις του!

    Έτσι εξηγείται… όχι ο μεγάλος κύκλος εργασιών της επιχείρησης, αλλά οι μικροί (στενοί) διάδρομοι ανάμεσα στα ράφια των καταστημάτων της αλυσίδας.
    Ειδικά τις γιορτές, ξαναθυμάσαι το στρατιωτικό… κανονικός στίβος μάχης!

    Άφησε λιγάκι το ελικόπτερο χριστιανέ μου, πάρε ένα καρότσι και άμε να κάνεις μια βόλτα στο μαγαζί σου… αν δεν σου ανέβει η πίεση…

    Κατά τα άλλα βέβαια μια χαρά είναι τα Jumbo… και επειδή θέλω να πηγαίνω εκεί γκρινιάζω… αν δεν ήθελα θα τους έγραφα στα παλαιότερα των υποδημάτων μου (έκφραση εποχής αντίστοιχη με το στα @@ μου)!

    Καλημέρα βρε! 🙂