Author: admin

  • Γαλιάντρα

    Γαλιάντρα (η): [1] ωδικό πουλί με επίμονο και συνεχές κελάηδημα [2] ως χαρακτηρισμός γυναίκας εξαιρετικά φλύαρης. (*)


    Θυμάμαι όταν ερχόταν η θεία Ελπινίκη στο σπίτι μας επίσκεψη, κοιτάγαμε όλοι να εξαφανιστούμε· εκτός από τους γονείς μας βέβαια, όχι γιατί δεν το ήθελαν, αλλά γιατί δεν μπορούσαν! Όποιος την γνώριζε, ο Θεός να την συγχωρέσει, θα έπαιρνε όρκο ότι η θεία είχε στο στόμα ένα μοτεράκι. Ναι, ναι μην γελάτε. Το έβαζε μπρος με το καλησπέρα και το σταμάταγε με το καληνύχτα. Σκέτη γαλιάντρα! Δεν μπορούσες να σταυρώσεις λέξη παρουσία της. Και να είχε κάποιο ειρμό η κουβέντα… όχι! Από το ένα θέμα πεταγόταν στο άλλο, όπως κάνουν αυτοί οι ιπτάμενοι σκίουροι που έχω δει σε ένα ντοκιμαντέρ. Μοτεράκι σου λέω, μοτεράκι!

    (*) Ο ορισμός της λέξης περιλαμβάνεται στο λεξικό του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

  • Βερβερίτσα

    Βερβερίτσα (η): ο σκίουρος. (*)


    Όταν πηγαίναμε στο σπίτι στο χωριό (όσο πιο συχνά μπορούσαμε) ήταν σαν γιορτή για όλους! Με το που φτάναμε, οι μεγάλοι άνοιγαν τα παράθυρα για να αεριστεί το σπίτι και έβγαζαν καρέκλες και τραπέζι στην βεράντα. Τα παιδιά κουβαλούσαν από το αυτοκίνητο τρόφιμα και sac voyage, ενώ η γιαγιά γυρνούσε γύρω γύρω από το σπίτι φωνάζοντας τη βερβερίτσα της! Ένα πανέμορφο σκιουράκι που μας είχε υιοθετήσει, και θρονιαζόταν στα ξύλα της σκεπαστής βεράντας για όσο διάστημα μέναμε εκεί. Για την παρέα που μας έκανε βέβαια, το φιλεύαμε κάθε λίγο και λιγάκι με τα αγαπημένα του καρύδια! Όλη μέρα δεν άκουγες τίποτα άλλο από τους ήχους του σκίουρου και τα κανακέματα που του έκανε η γιαγιά! Επίγειος παράδεισος!

    (*) Ο ορισμός της λέξης περιλαμβάνεται στο λεξικό του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

  • Αγιάζι

    Αγιάζι (το): [1] υγρασία που συνοδεύεται από διαπεραστικό κρύο [2] πάχνη. (*)


    Πριν ξημερώσει κινήσαμε… θα πηγαίναμε για κυνήγι· εκείνοι δηλαδή, γιατί εγώ απεχθάνομαι το βάρβαρο αυτό “σπορ”. Τα δικά μου όπλα θα ήταν η ψηφιακή μηχανή, για να αποθανατίσω τις στιγμές και το τοπίο, και ένας σουγιάς με την παρελκόμενη τσάντα, μπας και βρω τίποτα χόρτα. Όλο και κανένας ζοχός, καμιά βρούβα θα είχε φυτρώσει εκεί που θα περνούσαμε. Καλά όλα αυτά, αλλά δεν είχα υπολογίσει το πρωινό αγιάζι και φόρεσα ρούχα ελαφρά. Θα περπατάμε σκέφτηκα και θα ζεσταθώ! Βρε, πάγωσα μέχρι το κόκκαλο… αρκούδα έγινα από το κρύο. Κι από χόρτα; Ούτε ένα φυλλαράκι! Δεν πειράζει όμως, χαλάλι το ξεπάγιασμα, έβγαλα κάτι φωτογραφίες!!!

    (*) Ο ορισμός της λέξης περιλαμβάνεται στο λεξικό του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

  • Ωοειδής

    Ωοειδής -ής -ές: που έχει το σχήμα του αυγού (κότας) ή της κατά μήκος τομής του· αυγόσχημος. (*)


    Ο Λευτέρης, ο κουμπάρος μου, δεν έχει κάποιο σταθερό χόμπι. Κατά καιρούς τον πιάνει μανία με κάποιο, και μετά από λίγες βδομάδες, αλλά μπόλικες ώρες που του έχει αφιερώσει, το παρατάει για να καταπιαστεί με κάτι διαφορετικό.
    Αυτό τον καιρό διάγουμε την περίοδο του πηλού. Έχει ψάξει όλη την Αθήνα και έχει αγοράσει ό,τι είδους πηλό μπόρεσε να βρει! Και τι τον κάνει; Χα! Φτιάχνει ωοειδούς σχήματος και ποικίλων μεγεθών πήλινα. Έχει γεμίσει το διαμέρισμα του με μικρά και μεγάλα «αυγουλάκια», που, κατά τα λεγόμενα του καλλιτέχνη, θα διακοσμηθούν με χρώματα όταν στεγνώσουν ή ψηθούν (ανάλογα με το είδος του πηλού από το οποίο είναι φτιαγμένα).
    Κάτι μου λέει ότι μετά θα γεμίσουν τα σπίτια των φίλων του με τις δημιουργίες του Λευτέρη… μήπως θέλετε κι εσείς να σας χαρίσουμε κανένα διακοσμητικό αυγουλάκι; Χάρη θα μας κάνετε! 🙂

    (*) Ο ορισμός της λέξης περιλαμβάνεται στο λεξικό του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

  • Ψαθάς

    Ψαθάς (ο): ο επαγγελματίας που κατασκευάζει και πουλά ψάθινα αντικείμενα. (*)


    – Ξέχασα να σου πω!
    – Τι;
    – Τον θυμάσαι τον ψαθά;
    – Πως δεν τον θυμάμαι ρε, αφού έχω διαβάσει όλα του τα βιβλία!
    – Όχι, τον συγγραφέα ρε μπουνταλά, τον κυρ Δημήτρη, τον ψαθά, δίπλα στο πατρικό της μάνας σου, που έφτιαχνε καλάθια…
    – Ααα, φυσικά και τον θυμάμαι. Που τον θυμήθηκες όμως εσύ;
    – Τον συνάντησα εχθές στον Ευαγγελισμό, που είχα πάει με την Μαρίνα. Έχεις πολλά χαιρετίσματα!
    – Είναι καλά; Γιατί ήταν στο νοσοκομείο;
    – Καλά είναι, μου είπε, για ένα τσεκ απ ήταν εκεί. Άντε φέρε το τάβλι τώρα να σε μάθω πως παίζουν…
    – Χοχοχο, ας γελάσω…

    (*) Ο ορισμός της λέξης περιλαμβάνεται στο λεξικό του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

  • Χαβάνι

    Χαβάνι (το): είδος μπρούντζινου γουδιού για να κοπανούν σκληρές τροφές, όπως π.χ. αμύγδαλα, καρύδια κτλ. (*)


    Ο πρώτος μου δάσκαλος στην τέχνη της μαγειρικής ήταν ο συχωρεμένος ο παππούς μου, ο Στράτος. Μετά από εκείνον μαθήτευσα κοντά σε αρκετούς αξιόλογους σεφ, αλλά με κανέναν δεν απόλαυσα τόσο πολύ το μαγείρεμα. Τον θυμάμαι να μου λέει: «Πιάσε το χαβάνι να θρυμματίσουμε τα αμύγδαλα. Όχι ρε χαϊβάνι, το ξύλινο είναι το γουδί, το μπρούτζινο είναι το χαβάνι! Άντε νυχτώσαμε…» Με έβριζε, μου έριχνε και καμιά σφαλιάρα, αλλά η αγάπη και η αγωνία του να μάθω ξεχείλιζαν από κάθε πόρο της καρδιάς του, δημιουργώντας μια μαγική ατμόσφαιρα!

    (*) Ο ορισμός της λέξης περιλαμβάνεται στο λεξικό του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

  • Περί… δόσεων!

    21 Ιανουαρίου 2014

    Η γνωριμία μου με την έννοια «δόση» βρίσκεται πολύ μακριά στο παρελθόν. Στα μικράτα μου, άκουσα πρώτη φορά για δόσεις, όταν η μάνα μου έστηνε το νοικοκυριό της με αυτό το οικονομικό εφεύρημα. Με δόσεις αγοράσαμε κουζίνα, με δόσεις ψυγείο, με δόσεις το σαλόνι (τριθέσιος, δύο πολυθρόνες και ένα τραπεζάκι, όλα απαίσια), με δόσεις μαχαιροπίρουνα, με δόσεις πλαστικά μπωλ Tupperware, ακόμα και τα σεντόνια με δόσεις τα πήραμε. Οι κουβέρτες είχαν φτάσει μαζί με τα άλλα προικιά της μάνας. Δόσεις, δόσεις, δόσεις… ααααα και ένα οικόπεδο στο Πόρτο Ράφτη με δόσεις το είχαμε πάρει, πως πήγα να το ξεχάσω!!! Εκείνες τις εποχές βέβαια δεν υπήρχαν πιστωτικές και σε ΚΑΜΙΑ περίπτωση οι δόσεις δεν ήταν άτοκες… υπήρχαν τα γραμμάτια (τα θυμάται κανείς;) και οι διψήφιοι τόκοι!

    Αργότερα μεγαλώνοντας διαπίστωσα ότι υπάρχουν και χειρότερου είδους δόσεις… πιο θανατηφόρες. Οι δόσεις που αναζητούν καθημερινά οι εθισμένοι σε ουσίες, προσπαθώντας να διατηρήσουν ακέραιη την πλασματική χώρα των θαυμάτων στην οποία ζουν αποφεύγοντας τον πραγματικό κόσμο. Αποφεύγοντας κάτι άσχημο και ζώντας σε κάτι εφιαλτικό… τι να πεις… ο Θεός να τους βοηθήσει!

    Κατόπιν ήρθαν οι δόσεις της Τρόικα και του ΔΝΤ. Μεγάλος πια, σαράντα και λίγο, μακριά από τις πρώτες (μετά δοκιμής) και τις δεύτερες (άνευ δοκιμής ευτυχώς) δόσεις, μου φόρτωσαν με το έτσι θέλω δόσεις… και τι δόσεις… να, με το συμπάθιο! Τραγικό, που θα έλεγε και μια ξανθομαλλούσα αταλάντου και ξετσίπωτου γωνία!

    Τις τελευταίες μέρες ήρθε και το τέταρτο είδος και ξεχείλισε το ποτήρι… διαπίστωσα ότι αν σκοτώσεις μερικούς, κάνεις ληστείες, και άλλες αξιόποινες και κολάσιμες πράξεις, μπορείς να εκτίσεις την ποινή σου με δόσεις! Έλα! Αμέ! Μπαίνεις στην ψειρού, και κάθε λίγο και λιγάκι παίρνεις τις αδειούλες σου να ξεσκάσεις ρε παιδί μου! Για καθίστε ρε λεβέντες… τι νόημα έχει η τιμωρία; Δεν στερείσαι την ελευθερία σου γιατί έκανες κάτι; Και όταν μιλάμε για δολοφονίες μπορεί να υπάρξει έστω και το παραμικρό «αλλά»; Μετά φταίει ο φονιάς που την κάνει με ελαφρά; Ααααα, θα σε μαλώσω που δεν επέστρεψες στο κελί σου, νταντά, κακό παιδί, κακό!!! Είμαστε σοβαροί;;;;

    Ηθικό δίδαγμα: Οι δόσεις σε οποιαδήποτε μορφή και αν εμφανίζονται, είναι κάτι που πρέπει να το αποφεύγουμε όπως ο διάολος το λιβάνι! Φτου, φτου, φτου, στα όρη στα άγρια βουνά!!!