Αγάντα

Αγάντα: Ναυτικό παράγγελμα που σημαίνει διατηρώ μια κατάσταση με όλη τη δύναμη ή κρατώ κάτι. Η λέξη αγάντα είναι ισπανική μα είναι δάνειο από τα ιταλικά και σημαίνει επίσης: ο πάσσαλος που δένουν τα πλοία. Μεταφορικά η λέξη αγάντα δηλώνει την υπομονή και την αντοχή.

Αγύρτης

Αγύρτης -ισσα: υβριστικός χαρακτηρισμός εκείνου που εξαπατά τους ανθρώπους με επίδειξη γνώσεων, ικανοτήτων, προσόντων κτλ., τα οποία στην πραγματικότητα δεν έχει· απατεώνας, τσαρλατάνος.

Θαλερός

Θαλερός -ή -ό: [1] (για φυτό) που βρίσκεται σε άνθηση· πράσινος, φρέσκος. [2] (μτφ. για άνθρ.) που διατηρεί την ακμαιότητά του, σφριγηλός, ζωηρός, νεανικός.

Άφατος

Άφατος -η -ο: που δεν μπορούν να τον περιγράψουν, να τον εκφράσουν· απερίγραπτος, ανείπωτος.

Ωτακουστής

Ωτακουστής (ο): αυτός που ακούει κρυφά τι συζητούν κάποιοι, που κρυφακούει.