Ζενίθ

Ζενίθ (το): 1. το νοητό σημείο της ουράνιας σφαίρας που βρίσκεται κατακόρυφα και ακριβώς πάνω από τον παρατηρητή 2. ο ύψιστος βαθμός, το ανώτατο σημείο μιας εξέλιξης· ακμή, κολοφώνας, μεσουράνημα. (*)


Θα συμφωνήσω μαζί σας στο ότι η Νέα Μάκρη δεν φημίζεται για τα καρπούζια και για τα παγωμένα νερά της, όμως για μένα ο τόπος αυτός είναι συνώνυμος και με τα δύο…
Είναι καλοκαίρι του 2006 και όλη η παλιοπαρέα έχουμε πάει να βοηθήσουμε τον Μανώλη να χτίσει μια μάντρα με τσιμεντόλιθους στο σπίτι του, λίγο πιο κάτω από το μοναστήρι του Αγίου Εφραίμ -μεγάλη η χάρη του, να το επισκεφθείτε με την πρώτη ευκαιρία. Έχουμε ξεκινήσει από πρωί και κάνουμε μεσημεριανό διάλειμμα μέχρι να φύγει η πολύ ζέστη και να ξανασυνεχίσουμε το απόγευμα. Ο ήλιος στο ζενίθ της τροχιάς του ψήνει ότι αγγίζουν οι ακτίνες του· κουφόβραση με όλη την σημασία της λέξεως! Έχουμε κάτσει κάτω από μια σκιά και βαριανασαίνουμε, με την ενεργητικότητα μας στο ναδίρ. Και τότε εμφανίζεται η Χαρούλα, η γυναίκα του Μανώλη, με μια τεράστια πιατέλα καρπούζι και μια εξίσου γιγαντιαίων διαστάσεων κανάτα με νερό! Πιο γλυκό καρπούζι και πιο παγωμένο νερό δεν έχω γευτεί ποτέ ξανά στην ζωή μου!

(*) Ο ορισμός της λέξης περιλαμβάνεται στο λεξικό του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Tagged