Δέλεαρ

Δέλεαρ (το): απατηλό μέσο που διαθέτει ελκτική δύναμη, και με το οποίο γίνεται προσπάθεια προσέλκυσης κάποιου. (*)


Εδώ και κάμποσο καιρό δεν αισθάνομαι καλά. Δεν θέλω να σηκώνομαι από το κρεββάτι το πρωί, δεν θέλω να βγαίνω έξω, δεν βρίσκω χαρά σε τίποτα και θέλω να γυρνώ συνέχεια με τις πιτζάμες μέσα στο σπίτι. Ο κολλητός μου, ο Νίκος, λέει ότι έχω κατάθλιψη και προσπαθεί συνεχώς να με βγάλει από το καβούκι που έχω κλειστεί. Να, και πριν λίγο με πήρε τηλέφωνο για να βγούμε, να βρεθούμε με την παλιοπαρέα. Δεν λέω το δέλεαρ ήταν μεγάλο, μιας και θα είναι και η Αντιγόνη εκεί, ο αρχαίος και μόνιμος -χωρίς ανταπόκριση- έρωτας μου! Όμως το ματς, όπως χαρακτηριστικά ανάφερε ο Νίκος, έληξε με σκορ Κατάθλιψη-Αντιγόνη: 1-0 και το γκολ βαλμένο από τα αποδυτήρια! Κάποια άλλη φορά Νίκο… δεν νιώθω καλά σήμερα…

(*) Ο ορισμός της λέξης περιλαμβάνεται στο λεξικό του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Tagged