Παρασάγγας

Παρασάγγης (ο): αρχαίο περσικό και αιγυπτιακό μέτρο μήκους, ίσο με 30 στάδια (περίπου 5320 μέτρα).
Απέχει παρασάγγες/παρασάγγας: για κάτι που βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση, που έχει μεγάλη διαφορά. (*)


– Τελικά θα ψηφίσουμε τον Ανδρέα την Κυριακή;
– Ξέρω ‘γω μωρέ… όλοι ίδιοι είναι. Να βολέψουν το τομάρι τους, άντε και κάνα δύο κολλητούς τους! Νοιάστηκε ποτέ κάποιος από τους επίδοξους καρεκλοκένταυρους για το τι περνάμε εμείς καθημερινά για να τα φέρουμε βόλτα;
– Σε γενικές γραμμές συμφωνώ μαζί σου, αν και μου έρχονται κάνα δυο στο μυαλό που τουλάχιστον προσπάθησαν να γίνουν η εξαίρεση στον κανόνα. Ο Ανδρέας όμως απέχει παρασάγγας από τους άλλους. Είναι χορτασμένος ρε συ. Χορτασμένος απ’ όλα… από χρήματα, από γυναίκες, από ταξίδια, από χλιδή, και επιπλέον είναι και επιτυχημένος επαγγελματίας. Τέτοιους χρειαζόμαστε… χορτασμένους, που θέλουν να κάνουν έργο για την υστεροφημία τους. Τους πεινασμένους και τα «παιδιά του λαού» να φοβάσαι όταν κάτσουν σε καρέκλα…
– Να σου πω, τώρα που το λες… και είναι και ευγενής ως άνθρωπος.
– Γι’ αυτό σου λέω… Ανδρέα δαγκωτό!
– Καλά μην φωνάζεις… δεν είμαστε στο ‘81, αλλά με την λειψυδρία που έχουν… μπορεί να μας κολλήσουν και καμιά ταμπέλα με καμιά ελίτσα πάνω… φτου σκόρδα!

(*) Ο ορισμός της λέξης περιλαμβάνεται στο λεξικό του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.