Αγύρτης

Αγύρτης -ισσα: υβριστικός χαρακτηρισμός εκείνου που εξαπατά τους ανθρώπους με επίδειξη γνώσεων, ικανοτήτων, προσόντων κτλ., τα οποία στην πραγματικότητα δεν έχει· απατεώνας, τσαρλατάνος. (*)


– Βαγγέλη μου, φιλαράκι μου, πάμε μέσα να στα πω. Δεν θέλω να μας ακούσει κανείς!
– Τι έγινε ρε Αντώνη; Πήραν φωτιά τα μπατζάκια σου;
– Άλλος πήρε φωτιά… ο Γιαννούκος…
– Ο γιος της κυρά-Τασίας; Τι έπαθε;
– Ποιας κυρά Τασίας ρε όργιο… συγκεντρώσου… ο Γιαννούκοςςςςς… η ριρή… ο παργαλάτσος… ο Κιουταχής ρε! Έλα βάλτο το ρημάδι να δουλεύει και θα μας ακούσει κανένας.
– Ωχ, τι έπαθε το καμάρι της γειτονιάς; Κουράστηκε και έγειρε στου καραβιού τη πλώρη;
– Ρε χιουμορίστα της κακιάς συμφοράς… πήγα στον Ευαγγέλου!
– Πλάκα κάνεις; Πες ότι κάνεις πλάκα! Αυτός είναι αγύρτης ρε. Πόσο ηλίθιος μπορεί να είσαι; Τι σου έκανε ρε κόπανε ο τσαρλατάνος;
– Μου έδωσε μια αλοιφή που… μην γελάσεις θα χεστούμε… να, θα του πρόσθετε διάμετρο… σκάσε μην γελάς!
– Ρε ζώο ακατέργαστο! Τι είναι το πουλί σου; Κόκορας να τον παχύνεις για να τον φας με χυλοπίτες! Μπέρδεψες τα πουλιά; Και τι έγινε ρε; Πάει ο Γιαννούκος; Τον κλαίμε με μαύρο δάκρυ;
– Δεν ξέρω ρε κουμπάρε, έχει γεμίσει κοκκινίλες και πονάει γαμώτο!
– Ντύσου ρε ηλίθιε να σε πάω στο νοσοκομείο… γαμώ το κέρατο μου το τράγιο. Άντε σήκω. Άκου θα πρόσθετε διάμετρο! Έλα Γιαννούκο στον τόπο σου. Ήμαρτον ρε… που λέει και ο Γεωργίου!

(*) Ο ορισμός της λέξης περιλαμβάνεται στο λεξικό του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Tagged