Μαγέρικο

Μαγέρικο (το): λαϊκό εστιατόριο· μαγειρείο. (*)


Πέντε τραπέζια ξύλινα με καρό τραπεζομάντιλο, μερικές καρέκλες με ψάθα (από αυτές που κάθεσαι και σε μισή ώρα έχεις πιαστεί), τρία βαρέλια με κρασί στον αριστερό τοίχο, μπόλικες φωτογραφίες (παλιές και πιο παλιές) των άλλοτε θαμώνων του καταστήματος και στο βάθος ο πάγκος που κρύβει, εν μέρει, την κουζίνα. Λιτό, πεντακάθαρο και γεμάτο γαργαλιστικές μυρωδιές. Αυτό είναι το αγαπημένο μου στέκι, το μαγέρικο του Κωσταντή, που λες και έχει ξεπηδήσει από το σελιλόιντ ελληνικής ταινίας του ‘50!
Είναι είπα; Ήταν… ήταν γαμώ το κέρατο μου! Η οικονομική κρίση το κατάπιε κι αυτό… και όχι μόνο αυτή… η κρίση και ο σύγχρονος τρόπος ζωής! Τώρα οι άνθρωποι τα θέλουν όλα, μα όλα, γρήγορα… γρήγορο φαγητό, γρήγορο αυτοκίνητο, γρήγορη επιτυχία, γρήγορα αισθήματα, γρήγορο έρωτα… γρήγορα και εύκολα. Στα γρήγορα όμως δεν γίνεται τίποτα που να αξίζει. Ακούτε; Τίποτα!!! Θέλετε λίγο νόημα και ουσία στην ζωή σας; Μάθετε να περιμένετε, να αγωνίζεστε και -για όνομα του Θεού- πατήστε λίγο φρένο… όλα έχουν την ώρα τους!

(*) Ο ορισμός της λέξης περιλαμβάνεται στο λεξικό του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Tagged