Αγιάζι

Αγιάζι (το): [1] υγρασία που συνοδεύεται από διαπεραστικό κρύο [2] πάχνη. (*)


Πριν ξημερώσει κινήσαμε… θα πηγαίναμε για κυνήγι· εκείνοι δηλαδή, γιατί εγώ απεχθάνομαι το βάρβαρο αυτό «σπορ». Τα δικά μου όπλα θα ήταν η ψηφιακή μηχανή, για να αποθανατίσω τις στιγμές και το τοπίο, και ένας σουγιάς με την παρελκόμενη τσάντα, μπας και βρω τίποτα χόρτα. Όλο και κανένας ζοχός, καμιά βρούβα θα είχε φυτρώσει εκεί που θα περνούσαμε. Καλά όλα αυτά, αλλά δεν είχα υπολογίσει το πρωινό αγιάζι και φόρεσα ρούχα ελαφρά. Θα περπατάμε σκέφτηκα και θα ζεσταθώ! Βρε, πάγωσα μέχρι το κόκκαλο… αρκούδα έγινα από το κρύο. Κι από χόρτα; Ούτε ένα φυλλαράκι! Δεν πειράζει όμως, χαλάλι το ξεπάγιασμα, έβγαλα κάτι φωτογραφίες!!!

(*) Ο ορισμός της λέξης περιλαμβάνεται στο λεξικό του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.