Σαγηνεύω

Σαγηνεύω -ομαι: ασκώ επάνω στους άλλους μια ακατανίκητη έλξη, τους παρασύρω με τη γοητεία μου· γοητεύω. (*)


Μόλις ανέβηκε στο βήμα ήταν, για εμάς τους γονείς της, λες και ανέτειλε ο ήλιος μέσα στην αίθουσα. Ο χώρος ήταν ασφυκτικά γεμάτος και μάλιστα υπήρχαν και πολλοί που στέκονταν όρθιοι. Η ομιλία της, μαζί με τις ερωτήσεις στο τέλος, κράτησε πάνω από δύο ώρες. Το καμάρι μου μας είχε σαγηνέψει όλους! Όχι μόνο με την εξωτερική της ομορφιά αλλά και με την λάμψη του μυαλού της. Η ευκολία της να εκλαϊκεύει επιστημονικά θέματα χωρίς να χάνουν την ουσία τους, και η σε βάθος κατάρτιση της που την βοήθησε να λύσει όσες απορίες διατυπώθηκαν από τους ακροατές, έκαναν εντύπωση σε όσους παρευρέθηκαν σε εκείνη την ημερίδα.
Αυτό που χαίρομαι όμως, πάνω από όλα, είναι ότι παρόλο που εργάζεται στο εξωτερικό, έρχεται με κάθε ευκαιρία στην Ελλάδα για να συμβάλει όπως και όσο μπορεί στην διείσδυση της οικονομίας-τεχνολογίας του υδρογόνου στην καθημερινή ζωή του ανθρώπου. Κάτι που θα αλλάξει τόσο το περιβάλλον όσο και τον τρόπο ζωής μας προς το καλύτερο.

(*) Ο ορισμός της λέξης περιλαμβάνεται στο λεξικό του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Tagged